αμφιβολία


αμφιβολία
[амфиволиа] ουσ. Θ. сомнение.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αμφιβολία" в других словарях:

  • ἀμφιβολία — ἀμφιβολίᾱ , ἀμφιβολία state of being attacked on both sides fem nom/voc/acc dual ἀμφιβολίᾱ , ἀμφιβολία state of being attacked on both sides fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιβολίᾳ — ἀμφιβολίαι , ἀμφιβολία state of being attacked on both sides fem nom/voc pl ἀμφιβολίᾱͅ , ἀμφιβολία state of being attacked on both sides fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμφιβολία — Κατάσταση αντίθετη προς τη βεβαιότητα, που εκδηλώνεται ως αναστολή της κρίσης. Όταν η α. θεωρείται αναγκαίο παρακολούθημα κάθε έρευνας που στηρίζεται στη διάγνωση της αναξιοπιστίας των μαρτυριών των αισθήσεων και των λειτουργιών του λογικού,… …   Dictionary of Greek

  • αμφιβολία — η αβεβαιότητα, δισταγμός: Η αμφιβολία είναι η μητέρα της μάθησης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀμφιβολίας — ἀμφιβολίᾱς , ἀμφιβολία state of being attacked on both sides fem acc pl ἀμφιβολίᾱς , ἀμφιβολία state of being attacked on both sides fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιβολίαι — ἀμφιβολία state of being attacked on both sides fem nom/voc pl ἀμφιβολίᾱͅ , ἀμφιβολία state of being attacked on both sides fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιβολίαν — ἀμφιβολίᾱν , ἀμφιβολία state of being attacked on both sides fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιβολιῶν — ἀμφιβολία state of being attacked on both sides fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιβολίαις — ἀμφιβολία state of being attacked on both sides fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφιβολίην — ἀμφιβολία state of being attacked on both sides fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)